Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La robotique
[gender: feminine]
01
ρομποτική, τεχνολογία ρομπότ
science et technique des robots et des systèmes automatisés
Παραδείγματα
La robotique change la façon dont les humains interagissent avec les machines.
Η ρομποτική αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με τις μηχανές.
robotique
01
ρομποτικός, σχετικός με ρομπότ
qui se rapporte aux robots ou à la robotique
Παραδείγματα
Ce système robotiques réduit les erreurs humaines.
Αυτό το ρομποτικό σύστημα μειώνει τα ανθρώπινα λάθη.



























