Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le robinet
01
βρύση, κοχλίας
dispositif de commande manuelle pour contrôler l'écoulement d'un fluide
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
robinets
Παραδείγματα
Le robinet de la cuisine fuit depuis hier.
Η βρύση της κουζίνας στάζει από χθες.



























