le robinet
ro
ʁɔ
raw
bi
bi
bi
net
ne

Ορισμός και σημασία του "robinet"στα γαλλικά

01

βρύση, κοχλίας

dispositif de commande manuelle pour contrôler l'écoulement d'un fluide 
le robinet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
robinets
Παραδείγματα
Le robinet de la cuisine fuit depuis hier. 

Η βρύση της κουζίνας στάζει από χθες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store