Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La robe
01
φόρεμα, ρούχο
vêtement long, souvent porté par les femmes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
robes
Παραδείγματα
Elle porte une belle robe rouge.
Φοράει ένα όμορφο κόκκινο φόρεμα.
02
ρόμπα, ένδυμα
vêtement long et ample porté lors de cérémonies officielles ou religieuses, souvent utilisé par les juges, les prêtres, les étudiants ou les professeurs
Παραδείγματα
Les juges portent une robe rouge pendant les audiences spéciales.
Οι δικαστές φορούν μια κόκκινη ρόμπα κατά τις ειδικές ακροάσεις.



























