la rivière
Pronunciation
/ʀivjɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "rivière"στα γαλλικά

01

ποτάμι, ρεύμα νερού

cours d'eau naturel qui coule vers un fleuve, un lac ou la mer
la rivière definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rivières
Παραδείγματα
La rivière est très claire après la pluie.
Ο ποταμός είναι πολύ καθαρός μετά τη βροχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store