la rivali
ri
ʁi
ρι
va
va
βα
li
li
λι
te
τε
élimineraffréteraccablerdéboguer

Ορισμός και σημασία του "rivalité"στα γαλλικά

01

αντιπαλότητα, ανταγωνισμός

situation deux personnes ou groupes veulent être meilleurs l'un que l'autre 
la rivalité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La rivalité entre ces deux équipes est très forte. 

Η αντιπαλότητα μεταξύ αυτών των δύο ομάδων είναι πολύ ισχυρή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store