Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rivalité
[gender: feminine]
01
αντιπαλότητα, ανταγωνισμός
situation où deux personnes ou groupes veulent être meilleurs l'un que l'autre
Παραδείγματα
Les rivalités familiales peuvent être difficiles à gérer.
Οι οικογενειακές αντιζηλίες μπορεί να είναι δύσκολες στη διαχείριση.



























