risqué
ris
ʁɪs
ris
qué
ke
ke
risquer

Ορισμός και σημασία του "risqué"στα γαλλικά

01

επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος

qui comporte un danger ou une chance de problème 
risqué definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus risqué
συγκριτικός βαθμός
plus risqué
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
risqué
αρσενικό πληθυντικό
risqués
θηλυκό ενικό
risquée
θηλυκό πληθυντικό
risquées
Παραδείγματα
C'est un investissement risqué. 

Είναι μια επικίνδυνη επένδυση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store