le rideau
ri
ʁɪ
ri
deau
do
do
radeau

Ορισμός και σημασία του "rideau"στα γαλλικά

01

κουρτίνα, κουρτίνα (παραθύρου)

pièce de tissu qu'on suspend pour couvrir une fenêtre ou séparer des espaces 
le rideau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rideaux
Παραδείγματα
Elle a tiré le rideau pour bloquer le soleil. 

Τράβηξε την κουρτίνα για να μπλοκάρει τον ήλιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store