rentable
Pronunciation
/ʀɑ̃tabl/

Ορισμός και σημασία του "rentable"στα γαλλικά

01

κερδοφόρος, αποδοτικός

qui génère un revenu ou un avantage économique
rentable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rentable
συγκριτικός βαθμός
plus rentable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rentable
αρσενικό πληθυντικό
rentables
θηλυκό ενικό
rentable
θηλυκό πληθυντικό
rentables
Παραδείγματα
Il cherche des activités rentables pour diversifier ses revenus.
Αναζητά κερδοφόρες δραστηριότητες για να διαφοροποιήσει το εισόδημά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store