Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rembourser
01
αποζημιώνω, επιστρέφω
restituer une somme d'argent à une personne ou une organisation, souvent après un achat, un prêt ou une avance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rembourse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remboursons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rembourserai
ενεστώτα μετοχή
remboursant
παθητική μετοχή
remboursé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remboursions
Παραδείγματα
La banque lui a remboursé le prêt en cinq ans.
Η τράπεζα του επέστρεψε το δάνειο σε πέντε χρόνια.



























