relâcher
Pronunciation
/ʁəlaʃˈe/

Ορισμός και σημασία του "relâcher"στα γαλλικά

relâcher
01

απελευθερώνω, αφήνω

libérer quelqu'un ou quelque chose
relâcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
relâche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
relâchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
relâcherai
ενεστώτα μετοχή
relâchant
παθητική μετοχή
relâché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
relâchions
Παραδείγματα
Ils relâcheront les otages après négociation.
Θα απελευθερώσουν τους ομήρους μετά τη διαπραγμάτευση.
02

χαλαρώνω, αφήνω

réduire une tension ou une pression
relâcher definition and meaning
Παραδείγματα
Relâchez la vis avant de la retirer complètement.
Χαλαρώστε τη βίδα πριν την αφαιρέσετε πλήρως.
03

χαλαρώνω, αφήνω

devenir moins rigoureux ou attentif
Παραδείγματα
La sécurité ne doit jamais se relâcher ici.
Η ασφάλεια δεν πρέπει ποτέ να χαλαρώνει εδώ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store