Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relâcher
01
απελευθερώνω, αφήνω
libérer quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
relâche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
relâchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
relâcherai
ενεστώτα μετοχή
relâchant
παθητική μετοχή
relâché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
relâchions
Παραδείγματα
Les gardes ont relâché le prisonnier après l'enquête.
Οι φρουροί απελευθέρωσαν τον κρατούμενο μετά την έρευνα.
02
χαλαρώνω, αφήνω
réduire une tension ou une pression
Παραδείγματα
Relâchez un peu la corde , elle est trop tendue.
Χαλάρωσε λίγο το σχοινί, είναι πολύ τεντωμένο.
03
χαλαρώνω, αφήνω
devenir moins rigoureux ou attentif
Παραδείγματα
L'équipe se relâche en fin de match.
Η ομάδα χαλαρώνει προς το τέλος του αγώνα.



























