la religion
religion
ʁəliʒjɔ̃
rēlizhyaw
relation

Ορισμός και σημασία του "religion"στα γαλλικά

01

θρησκεία, πίστη

ensemble de croyances et de pratiques liées à la foi 
la religion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
religions
Παραδείγματα
La religion joue un rôle important dans sa vie. 

Η θρησκεία παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store