Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La relaxation
[gender: feminine]
01
χαλάρωση, ξεκούραση
état de calme et de détente physique ou mentale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La relaxation améliore le bien-être général.
Η χαλάρωση βελτιώνει τη γενική ευημερία.



























