Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relancer
01
αναζωογονώ, επανεκκινώ
faire repartir ou redynamiser quelque chose
Παραδείγματα
Le gouvernement veut relancer l'économie.
Η κυβέρνηση θέλει να επανεκκινήσει την οικονομία.
02
ξαναπετάω, πετώ ξανά
jeter ou lancer quelque chose de nouveau, à nouveau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
relance
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
relançons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
relancerai
ενεστώτα μετοχή
relançant
παθητική μετοχή
relancé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
relancions
Παραδείγματα
Il a relancé le ballon à son coéquipier.
Επανέστειλε την μπάλα στον συμπαίκτη του.
03
αυξάνω το στοίχημα, ανεβάζω το ποντάρισμα
augmenter la mise d'un ou plusieurs joueurs déjà engagés dans la main, obligeant les autres à suivre, relancer à nouveau ou se coucher
Παραδείγματα
Il a relancé après le flop pour mettre la pression sur ses adversaires.
Αύξησε μετά το φλοπ για να ασκήσει πίεση στους αντιπάλους του.



























