le regret
reg
ʁəg
rēg
ret
ʁɛ
re

Ορισμός και σημασία του "regret"στα γαλλικά

01

μετάνοια, λύπη

sentiment de tristesse à cause de quelque chose qu'on a perdu ou mal fait 
le regret definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
regrets
Παραδείγματα
Il a exprimé son regret de ne pas être venu. 

Εξέφρασε τη λύπη του που δεν ήρθε.

Λεξικό Δέντρο

regrettable
regret
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store