Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
redresser
01
διορθώνω, διορθώνω
rétablir, remettre en ordre ou améliorer quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
redresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
redressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
redresserai
ενεστώτα μετοχή
redressant
παθητική μετοχή
redressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
redressions
Παραδείγματα
Il a redressé la situation avant qu' elle ne devienne critique.
Διόρθωσε την κατάσταση πριν γίνει κρίσιμη.
02
ισιώνω, σηκώνομαι
reprendre une position verticale après être penché ou tombé
Παραδείγματα
Après la chute, il se redresse sans se faire mal.
Μετά την πτώση, ισιώνεται χωρίς να πληγώσει τον εαυτό του.



























