Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
redresser
01
διορθώνω, διορθώνω
rétablir, remettre en ordre ou améliorer quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
redresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
redressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
redresserai
ενεστώτα μετοχή
redressant
παθητική μετοχή
redressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
redressions
Παραδείγματα
Le gouvernement doit redresser l'économie du pays.
Η κυβέρνηση πρέπει να διορθώσει την οικονομία της χώρας.
02
ισιώνω, σηκώνομαι
reprendre une position verticale après être penché ou tombé
Παραδείγματα
Il se redresse après être tombé de sa chaise.
Σηκώνεται όρθιος αφού έπεσε από την καρέκλα του.



























