reconstruire
reconstruire

Ορισμός και σημασία του "reconstruire"στα γαλλικά

reconstruire
01

ανακατασκευάζω, ξαναχτίζω

bâtir de nouveau quelque chose qui a été détruit ou gravement endommagé 
reconstruire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
reconstruis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
reconstruisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reconstruirai
παθητική μετοχή
reconstruit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
reconstruisions
Παραδείγματα
Ils vont reconstruire la maison après l'incendie. 

Θα ξαναχτίσουν το σπίτι μετά τη φωτιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store