Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rassembler
01
(دور هم) جمع کردن
γραμματικές πληροφορίες
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
rassemblant
παθητική μετοχή
rassemblé
Παραδείγματα
Le maire a rassemblé tous les habitants du village.
02
دور هم جمع شدن
Παραδείγματα
Les manifestants se sont rassemblés place de la Nation.



























