Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ranimer
01
αναζωογονώ, αναβιώνω
redonner la vie, la conscience ou l'énergie à quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ranime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ranimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ranimerai
παθητική μετοχή
ranimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ranimions
Παραδείγματα
Le médecin a réussi à ranimer le patient après l'arrêt cardiaque.
Ο γιατρός κατάφερε να αναζωογονήσει τον ασθενή μετά την καρδιακή ανακοπή.
02
αναζωογονώ, ζωντανεύω
relancer, stimuler, redonner de la vigueur ou de l'entrain
Παραδείγματα
La fête a été ranimée par la musique.
Το πάρτι αναβίωσε από τη μουσική.



























