ramper
ramper
ʁɑ̃pe
raape
ramierrapperramer

Ορισμός και σημασία του "ramper"στα γαλλικά

ramper
01

σέρνομαι, ερπύζω

se déplacer en se traînant sur le sol, souvent avec le corps près du sol 
ramper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rampe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rampons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ramperai
ενεστώτα μετοχή
rampant
παθητική μετοχή
rampé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rampions
Παραδείγματα
Le serpent rampe silencieusement sur le sol. 

Το φίδι σέρνεται σιωπηλά στο έδαφος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store