Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ramper
01
σέρνομαι, ερπύζω
se déplacer en se traînant sur le sol, souvent avec le corps près du sol
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rampe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rampons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ramperai
ενεστώτα μετοχή
rampant
παθητική μετοχή
rampé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rampions
Παραδείγματα
Les fourmis rampent vers la nourriture.
Τα μυρμήγκια σέρνονται προς το φαγητό.



























