Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ramener
01
επιστρέφω, φέρνω πίσω
apporter quelque chose ou quelqu'un à nouveau à un endroit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ramène
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ramenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ramènerai
ενεστώτα μετοχή
ramenant
παθητική μετοχή
ramené
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ramenions
Παραδείγματα
Ramène-moi mon livre demain.
Φέρε πίσω το βιβλίο μου αύριο.



























