la rame
rame
ʁam
ram
rampe

Ορισμός και σημασία του "rame"στα γαλλικά

01

long bâton plat utilisé pour faire avancer un bateau sur l'eau 

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rames
Παραδείγματα
Le rameur tient une rame dans chaque main. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store