le rail
rail
ʁaj
ray
taillepaillebraille

Ορισμός και σημασία του "rail"στα γαλλικά

01

ράγα, σιδηροδρομική ράγα

barre métallique allongée formant la voie ferrée 
le rail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rails
Παραδείγματα
Le train déraille quand un rail est endommagé. 

Το τρένο βγαίνει από τις ράγες όταν μια ράγα είναι κατεστραμμένη.

Λεξικό Δέντρο

corail
monorail
rail
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store