Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rage
01
οργή, θυμός
colère intense ou violente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il a parlé avec rage pour défendre son point de vue.
Μίλησε με οργή για να υπερασπιστεί την άποψή του.
02
λύσσα, υδροφοβία
maladie virale grave et souvent mortelle affectant les mammifères, transmissible par morsure
Παραδείγματα
La rage provoque une agitation extrême et des symptômes neurologiques.
Η λύσσα προκαλεί ακραία αναστάτωση και νευρολογικά συμπτώματα.



























