la quête
quête
kɛt
ket
dettediètecrêtefrette

Ορισμός και σημασία του "quête"στα γαλλικά

01

αναζήτηση, έρευνα

recherche de quelque chose avec effort ou passion 
la quête definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
quêtes
Παραδείγματα
La quête de la vérité est essentielle dans la science. 

Η αναζήτηση της αλήθειας είναι απαραίτητη στην επιστήμη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store