la quête
Pronunciation
/kɛt/

Ορισμός και σημασία του "quête"στα γαλλικά

La quête
[gender: feminine]
01

αναζήτηση, έρευνα

recherche de quelque chose avec effort ou passion
la quête definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
quêtes
Παραδείγματα
Sa quête personnelle de liberté l' a conduit à voyager seul.
Η προσωπική του αναζήτηση για ελευθερία τον οδήγησε να ταξιδέψει μόνος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store