quitter
qui
ki
ki
tter
te
te
tweeterfruitécitercité

Ορισμός και σημασία του "quitter"στα γαλλικά

quitter
01

s'éloigner d'une personne, d'un lieu ou d'une chose. 

quitter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
quittant
παθητική μετοχή
quitté
Παραδείγματα
Je quitte le travail à dix-huit heures. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store