le quiproquo
Pronunciation
/kipʁɔkˈo/

Ορισμός και σημασία του "quiproquo"στα γαλλικά

Le quiproquo
[gender: masculine]
01

παρεξήγηση, πλάνη

situation où l'on confond quelqu'un ou quelque chose avec autre chose
le quiproquo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
quiproquos
Παραδείγματα
Elle a réalisé le quiproquo et s' est excusée.
Συνειδητοποίησε την παρεξήγηση και ζήτησε συγγνώμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store