périodique
pér
peʁ
per
io
jɔ
yaw
dique
dɪk
dik
anorexiqueclassiquesdésertiquemagnétique

Ορισμός και σημασία του "périodique"στα γαλλικά

périodique
01

περιοδικός, επαναλαμβανόμενος σε καθορισμένα διαστήματα

qui revient à des intervalles fixes ou prévisibles 
périodique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
périodique
αρσενικό πληθυντικό
périodiques
θηλυκό ενικό
périodique
θηλυκό πληθυντικό
périodiques
θεματικό πεδίο
temps, fréquence, événement
Παραδείγματα
Un contrôle périodique est nécessaire. 

Ένας περιοδικός έλεγχος είναι απαραίτητος.

02

εμμηνορροϊκός, σχετικός με την εμμηνόρροια

qui concerne les menstruations et les produits d'hygiène utilisés pendant cette période 
Παραδείγματα
Les protections périodiques sont vendues en pharmacie. 

Τα προϊόντα εμμηνόρροιας πωλούνται στα φαρμακεία.

Le périodique
01

περιοδική έκδοση, περιοδικό

publication imprimée ou numérique qui paraît de façon régulière, comme un journal ou un magazine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
périodiques
Παραδείγματα
Ce périodique paraît une fois par mois. 

Αυτή η περιοδική έκδοση εκδίδεται μία φορά το μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store