Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
périodique
01
περιοδικός, επαναλαμβανόμενος σε καθορισμένα διαστήματα
qui revient à des intervalles fixes ou prévisibles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
périodique
αρσενικό πληθυντικό
périodiques
θηλυκό ενικό
périodique
θηλυκό πληθυντικό
périodiques
Παραδείγματα
Un contrôle périodique est nécessaire.
Ένας περιοδικός έλεγχος είναι απαραίτητος.
02
εμμηνορροϊκός, σχετικός με την εμμηνόρροια
qui concerne les menstruations et les produits d'hygiène utilisés pendant cette période
Παραδείγματα
Les protections périodiques sont vendues en pharmacie.
Τα προϊόντα εμμηνόρροιας πωλούνται στα φαρμακεία.
Le périodique
01
περιοδική έκδοση, περιοδικό
publication imprimée ou numérique qui paraît de façon régulière, comme un journal ou un magazine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
périodiques
Παραδείγματα
Ce périodique paraît une fois par mois.
Αυτή η περιοδική έκδοση εκδίδεται μία φορά το μήνα.



























