Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le péril
01
κίνδυνος, κίνδυνος
situation où l'on est exposé à un danger grave
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les soldats ont affronté le péril sans hésiter.
Οι στρατιώτες αντιμετώπισαν τον κίνδυνο χωρίς δισταγμό.



























