Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pénétrant
01
διαπεραστικός, οξυδερκής
qui perce l'esprit ou les sentiments, perspicace
Παραδείγματα
Il a une pensée pénétrante qui surprend ses collègues.
Έχει μια διαπεραστική σκέψη που εκπλήσσει τους συναδέλφους του.
02
διαπεραστικός, τρυπητικός
qui traverse ou perce un matériau ou un espace
Παραδείγματα
Un parfum pénétrant emplit la pièce.
Μια διαπεραστική μυρωδιά γεμίζει το δωμάτιο.



























