pénétrant
pénétrant
penetʁɑ̃
penetraa

Ορισμός και σημασία του "pénétrant"στα γαλλικά

pénétrant
01

διαπεραστικός, οξυδερκής

qui perce l'esprit ou les sentiments, perspicace 
pénétrant definition and meaning
Παραδείγματα
Il a posé une question pénétrante pendant le débat. 

Έκανε μια διαπεραστική ερώτηση κατά τη διάρκεια της συζήτησης.

02

διαπεραστικός, τρυπητικός

qui traverse ou perce un matériau ou un espace 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pénétrant
συγκριτικός βαθμός
plus pénétrant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pénétrant
αρσενικό πληθυντικό
pénétrants
θηλυκό ενικό
pénétrante
θηλυκό πληθυντικό
pénétrantes
θεματικό πεδίο
lumière, mouvement, matériau
Παραδείγματα
Un rayon de lumière pénétrant traverse la fenêtre. 

Μια διεισδυτική ακτίνα φωτός διαπερνά το παράθυρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store