pénible
Pronunciation
/penibl/

Ορισμός και σημασία του "pénible"στα γαλλικά

01

επώδυνος, θλιβερός

qui cause une souffrance morale ou psychologique
pénible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pénible
συγκριτικός βαθμός
plus pénible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pénible
αρσενικό πληθυντικό
pénibles
θηλυκό ενικό
pénible
θηλυκό πληθυντικό
pénibles
Παραδείγματα
Cette séparation a été pénible pour toute la famille.
Αυτός ο χωρισμός ήταν επώδυνος για όλη την οικογένεια.
02

ενοχλητικός, ανυπόφορος

personne difficile à supporter ou agaçante
pénible definition and meaning
Παραδείγματα
Les enfants pénibles demandent beaucoup d' attention.
Τα ενοχλητικά παιδιά απαιτούν πολλή προσοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store