Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pédaler
01
πεταλίζω, περιστρέφω τα πετάλια
action de faire tourner les pédales d'un vélo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pédale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pédalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pédalerai
ενεστώτα μετοχή
pédalant
παθητική μετοχή
pédalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pédalions
Παραδείγματα
Je pédale 20 kilomètres par jour.
Πετάλω 20 χιλιόμετρα την ημέρα.



























