daler
pe
pe
da
daa
ler
le
le
pédalier

Ορισμός και σημασία του "pédaler"στα γαλλικά

pédaler
01

πεταλίζω, περιστρέφω τα πετάλια

action de faire tourner les pédales d'un vélo 
pédaler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pédale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pédalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pédalerai
ενεστώτα μετοχή
pédalant
παθητική μετοχή
pédalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pédalions
Παραδείγματα
Il faut pédaler plus vite pour monter cette côte. 

Πρέπει να πετάλια πιο γρήγορα για να ανεβείτε αυτόν τον λόφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store