Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pédagogie
01
παιδαγωγική, μέθοδος διδασκαλίας
art ou méthode d'enseigner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La pédagogie du professeur rend les cours intéressants.
Η παιδαγωγική του δασκάλου κάνει τα μαθήματα ενδιαφέροντα.
02
εκπαιδευτική προσέγγιση, παιδαγωγική μέθοδος
manière d'éduquer ou de guider les élèves
Παραδείγματα
Sa pédagogie encourage la participation des élèves.
Η παιδαγωγική του ενθαρρύνει τη συμμετοχή των μαθητών.



























