le péché
pé
pe
πε
ché
ʃe
σε
poché

Ορισμός και σημασία του "péché"στα γαλλικά

01

αμαρτία, αμάρτημα, -

acte, pensée ou comportement considéré comme contraire aux règles morales ou aux commandements d'une religion 
le péché definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il demande pardon pour les péchés qu'il a commis. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store