Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pyramidal
01
πυραμιδοειδής, σε σχήμα πυραμίδας
qui a la forme d'une pyramide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pyramidal
αρσενικό πληθυντικό
pyramidaux
θηλυκό ενικό
pyramidale
θηλυκό πληθυντικό
pyramidales
θεματικό πεδίο
géométrie, architecture, forme
Παραδείγματα
Les toits pyramidaux sont courants en architecture traditionnelle.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pyramidal
pyramid



























