pyramidal
py
pi
pi
ra
ʁa
ra
mi
mi
mi
dal
dal
dal
magistraldiagonalemarsupialhexagonal

Ορισμός και σημασία του "pyramidal"στα γαλλικά

01

πυραμιδοειδής, σε σχήμα πυραμίδας

qui a la forme d'une pyramide 
pyramidal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pyramidal
αρσενικό πληθυντικό
pyramidaux
θηλυκό ενικό
pyramidale
θηλυκό πληθυντικό
pyramidales
Παραδείγματα
Les toits pyramidaux sont courants en architecture traditionnelle. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store