le pyjama
py
pi
pi
ja
ʒa
zha
ma
ma
ma

Ορισμός και σημασία του "pyjama"στα γαλλικά

01

πιτζάμα, ρούχο ύπνου

vêtement confortable porté pour dormi 
le pyjama definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pyjamas
Παραδείγματα
Il met son pyjama avant d'aller se coucher. 

Φοράει το πιτζάμι του πριν πάει για ύπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store