Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le puzzle
01
παζλ, γρίφος
jeu consistant à assembler des pièces pour former une image ou une figure complète
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puzzles
Παραδείγματα
Les enfants font un puzzle de 500 pièces.
Τα παιδιά κάνουν ένα παζλ 500 κομματιών.
02
παζλ, αίνιγμα
énigme ou question difficile à résoudre, souvent mystérieuse et sans réponse évidente
Παραδείγματα
Le mystère de la disparition reste un vrai puzzle pour les enquêteurs.
Το μυστήριο της εξαφάνισης παραμένει ένα πραγματικό αίνιγμα για τους ερευνητές.



























