Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le puzzle
[gender: masculine]
01
παζλ, γρίφος
jeu consistant à assembler des pièces pour former une image ou une figure complète
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puzzles
Παραδείγματα
Faire des puzzles aide à se concentrer.
Η επίλυση παζλ βοηθά στη συγκέντρωση.
02
παζλ, αίνιγμα
énigme ou question difficile à résoudre, souvent mystérieuse et sans réponse évidente
Παραδείγματα
Ce tableau est un puzzle symbolique qui intrigue les critiques d' art.
Αυτός ο πίνακας είναι ένα συμβολικό παζλ που ενδιαφέρει τους κριτικούς τέχνης.



























