Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
public
01
δημόσιος, δημόσιος
qui concerne ou est ouvert à l'ensemble de la population
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
public
αρσενικό πληθυντικό
publics
θηλυκό ενικό
publique
θηλυκό πληθυντικό
publiques
Παραδείγματα
Cet événement est d' intérêt public.
Αυτή η εκδήλωση έχει δημόσιο ενδιαφέρον.
02
δημόσιος, κρατικός
qui est géré ou financé par l'État ou les institutions publiques
Παραδείγματα
Les services publics sont essentiels au bon fonctionnement de la société.
Οι δημόσιες υπηρεσίες είναι απαραίτητες για τη σωστή λειτουργία της κοινωνίας.
Le public
[gender: masculine]
01
κοινό, ακροατήριο
groupe de personnes qui assiste à quelque chose ou à qui quelque chose s'adresse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
publics
Παραδείγματα
La musique classique touche un public varié.
Η κλασική μουσική αγγίζει ένα ποικίλο κοινό.
02
κοινό, ακροατήριο
personnes présentes à un concert, un théâtre, un match…
Παραδείγματα
Il aime être sur scène devant un grand public.
Του αρέσει να είναι στη σκηνή μπροστά σε ένα μεγάλο κοινό.
Λεξικό Δέντρο
public
publ



























