Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
public
01
δημόσιος, δημόσιος
qui concerne ou est ouvert à l'ensemble de la population
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
public
αρσενικό πληθυντικό
publics
θηλυκό ενικό
publique
θηλυκό πληθυντικό
publiques
Παραδείγματα
La bibliothèque est un service public.
Η βιβλιοθήκη είναι μια δημόσια υπηρεσία.
02
δημόσιος, κρατικός
qui est géré ou financé par l'État ou les institutions publiques
Παραδείγματα
L'hôpital public offre des soins à tous les citoyens.
Το δημόσιο νοσοκομείο προσφέρει φροντίδα σε όλους τους πολίτες.
Le public
01
κοινό, ακροατήριο
groupe de personnes qui assiste à quelque chose ou à qui quelque chose s'adresse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
publics
Παραδείγματα
Le public a applaudi à la fin du spectacle.
Το κοινό χειροκρότησε στο τέλος της παράστασης.
02
κοινό, ακροατήριο
personnes présentes à un concert, un théâtre, un match…
Παραδείγματα
Le public a applaudi pendant plusieurs minutes.
Το κοινό χειροκρότησε για αρκετά λεπτά.
Λεξικό Δέντρο
public
publ



























