Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prévention
[gender: feminine]
01
πρόληψη, προληπτικό μέτρο
ensemble des actions pour éviter une maladie ou un danger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Une bonne hygiène fait partie de la prévention des infections.
Η καλή υγιεινή είναι μέρος της πρόληψης των λοιμώξεων.



























