la prévention
Pronunciation
/pʀevɑ̃sjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "prévention"στα γαλλικά

La prévention
[gender: feminine]
01

πρόληψη, προληπτικό μέτρο

ensemble des actions pour éviter une maladie ou un danger
la prévention definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Une bonne hygiène fait partie de la prévention des infections.
Η καλή υγιεινή είναι μέρος της πρόληψης των λοιμώξεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store