Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La préméditation
01
intention criminelle formée à l'avance après réflexion , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le meurtre a été commis avec préméditation.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intention criminelle formée à l'avance après réflexion , -