préhistorique
préhistorique
pʁeistɔʁɪk
preistawrik

Ορισμός και σημασία του "préhistorique"στα γαλλικά

préhistorique
01

προϊστορικός, προϊστορική

qui se rapporte à la préhistoire ou aux périodes avant l'invention de l'écriture 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
préhistorique
αρσενικό πληθυντικό
préhistoriques
θηλυκό ενικό
préhistorique
θηλυκό πληθυντικό
préhistoriques
θεματικό πεδίο
histoire, archéologie, temps
Παραδείγματα
Les peintures préhistoriques sont conservées dans des grottes. 

Οι προϊστορικές ζωγραφιές διατηρούνται σε σπήλαια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store