Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La proportion
01
αναλογία, σχέση
rapport entre les parties d'un ensemble ou entre différentes grandeurs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
proportions
Παραδείγματα
La proportion de sucre dans cette recette est trop élevée.
Λεξικό Δέντρο
disproportion
proportion
portion
port



























