Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
produire
01
παράγω, κατασκευάζω
créer quelque chose ou faire exister
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
produis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
produisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
produirai
ενεστώτα μετοχή
produisant
παθητική μετοχή
produit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
produisions
Παραδείγματα
Cette usine produit des voitures modernes.
Αυτό το εργοστάσιο παράγει σύγχρονα αυτοκίνητα.
02
εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι
se présenter devant un public pour jouer, chanter ou réaliser une performance artistique
Παραδείγματα
Le groupe se produit ce soir à Paris.
Η ομάδα παρουσιάζεται απόψε στο Παρίσι.



























