Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La production
01
παραγωγή
action de fabriquer ou de créer quelque chose (biens, énergie, services, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le pays investit dans la production d' énergie renouvelable.
Η χώρα επενδύει στην παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας.
Λεξικό Δέντρο
coproduction
reproduction
production
product



























