Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le procès-verbal
01
πρόστιμο, πρακτικό παράβασης
document officiel qui constate une infraction (circulation, stationnement, etc.) et impose une amende
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
procès-verbaux
Παραδείγματα
J'ai reçu un procès-verbal pour excès de vitesse.
Λάβα ένα procès-verbal για υπέρβαση ταχύτητας.



























