Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prise
01
κατάληψη
action de s'emparer d'un lieu ou d'un bien par la force
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prises
Παραδείγματα
La prise de la Bastille est un symbole de la Révolution française.
Η κατάληψη της Βαστίλης είναι σύμβολο της Γαλλικής Επανάστασης.
02
πρίζα, πρίζα ρεύματος
dispositif mural permettant de connecter un appareil électrique au réseau
Παραδείγματα
La prise dans le mur est trop loin du bureau.
Η πρίζα στον τοίχο είναι πολύ μακριά από το γραφείο.
03
λήψη, καταγραφή
enregistrement d'une scène ; tentative filmée
Παραδείγματα
Cette prise était parfaite, on la garde.
Αυτή η λήψη ήταν τέλεια, την κρατάμε.



























