Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La priorité
01
προτεραιότητα, προβάδισμα
fait de passer avant les autres en importance ou en ordre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
priorités
Παραδείγματα
La priorité est de terminer à temps.
Η προτεραιότητα είναι να ολοκληρωθεί εγκαίρως.



























