primordial
Pronunciation
/pʀimɔʀdjal/

Ορισμός και σημασία του "primordial"στα γαλλικά

primordial
01

βασικός, ουσιαστικός

qui est très important, fondamental
primordial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus primordial
συγκριτικός βαθμός
plus primordial
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
primordial
αρσενικό πληθυντικό
primordiaux
θηλυκό ενικό
primordiale
θηλυκό πληθυντικό
primordiales
Παραδείγματα
Il faut prendre des mesures primordiales pour la santé publique.
Πρέπει να ληφθούν θεμελιώδη μέτρα για τη δημόσια υγεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store