Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
primordial
01
βασικός, ουσιαστικός
qui est très important, fondamental
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus primordial
συγκριτικός βαθμός
plus primordial
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
primordial
αρσενικό πληθυντικό
primordiaux
θηλυκό ενικό
primordiale
θηλυκό πληθυντικό
primordiales
Παραδείγματα
Il faut prendre des mesures primordiales pour la santé publique.
Πρέπει να ληφθούν θεμελιώδη μέτρα για τη δημόσια υγεία.



























