primordial
pri
pʁi
pri
mord
mɔʁd
mawrd
ial
jal
yal

Ορισμός και σημασία του "primordial"στα γαλλικά

primordial
01

βασικός, ουσιαστικός

qui est très important, fondamental 
primordial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus primordial
συγκριτικός βαθμός
plus primordial
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
primordial
αρσενικό πληθυντικό
primordiaux
θηλυκό ενικό
primordiale
θηλυκό πληθυντικό
primordiales
Παραδείγματα
La sécurité est primordiale dans ce travail. 

Η ασφάλεια είναι πρωταρχική σε αυτή τη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store