Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pression
01
πίεση, άγχος
sentiment d'être forcé ou inquiet à cause d'une situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il ressent la pression des responsabilités quotidiennes.
Αισθάνεται την πίεση των καθημερινών ευθυνών.
Λεξικό Δέντρο
pression
press



























